solar
so
so
so
lar
ˈlaɾ
lar
sonarsalarsoplarsoltar

Ορισμός και σημασία του "solar"στα ισπανικά

01

ηλιακός

relacionado con el sol 
solar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
solar
αρσενικό πληθυντικό
solares
θηλυκό ενικό
solar
θηλυκό πληθυντικό
solares
θεματικό πεδίο
energía, astronomía, clima
Παραδείγματα
La energía solar es una fuente renovable. 

Η ηλιακή ενέργεια είναι μια ανανεώσιμη πηγή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store