la población
pob
poβ
pob
la
la
la
ción
ˈθjon
thyon
hinchazónsalvaciónapelaciónimpresión

Ορισμός και σημασία του "población"στα ισπανικά

01

πληθυσμός, κάτοικοι

conjunto de personas que habitan un lugar 
la población definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
poblaciones
Παραδείγματα
La población de la ciudad crece cada año. 

Ο πληθυσμός της πόλης αυξάνεται κάθε χρόνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store