Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La población
[gender: feminine]
01
πληθυσμός, κάτοικοι
conjunto de personas que habitan un lugar
Παραδείγματα
La población activa participa en la economía del país.
Ο ενεργός πληθυσμός συμμετέχει στην οικονομία της χώρας.



























