la población
Pronunciation
/pˌɔβlaθjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "población"στα ισπανικά

La población
[gender: feminine]
01

πληθυσμός, κάτοικοι

conjunto de personas que habitan un lugar
la población definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
poblaciones
Παραδείγματα
La población activa participa en la economía del país.
Ο ενεργός πληθυσμός συμμετέχει στην οικονομία της χώρας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store