Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El impacto
01
επίδραση
efecto o impresión muy fuerte que algo produce en alguien o en algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
impactos
Παραδείγματα
La nueva ley tuvo un gran impacto en la economía.
Ο νέος νόμος είχε μεγάλη επίδραση στην οικονομία.
LanGeek



























