Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renovable
01
ανανεώσιμος
que se puede renovar o recuperar naturalmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más renovable
συγκριτικός βαθμός
más renovable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
renovable
αρσενικό πληθυντικό
renovables
θηλυκό ενικό
renovable
θηλυκό πληθυντικό
renovables
Παραδείγματα
La energía renovable es buena para el planeta.
Η ανανεώσιμη ενέργεια είναι καλή για τον πλανήτη.



























