subterráneo
sub
suβ
soob
terrá
ˈtera
tera
neo
neo
neo
simultáneocontemporáneocráneo

Ορισμός και σημασία του "subterráneo"στα ισπανικά

subterráneo
01

υπόγειος, υπόγεια

que está debajo de la tierra 
subterráneo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
subterráneo
αρσενικό πληθυντικό
subterráneos
θηλυκό ενικό
subterránea
θηλυκό πληθυντικό
subterráneas
Παραδείγματα
El metro es un sistema de transporte subterráneo. 

Το μετρό είναι ένα υπόγειο σύστημα μεταφοράς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store