el recurso
re
re
ρε
cur
ˈkuɾ
κουρ
so
so
σο
concursodiscursocurso

Ορισμός και σημασία του "recurso"στα ισπανικά

01

πόρος, μέσο

algo que se puede usar para ayudar o lograr un fin 
el recurso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
recursos
Παραδείγματα
El agua es un recurso natural muy importante. 

Το νερό είναι ένας πολύ σημαντικός φυσικός πόρος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store