Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convocar
01
συγκαλώ
llamar a varias personas para una reunión o evento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
convocó
γ΄ ενικό πρόσωπο
convoca
ενεστώτα μετοχή
convocando
απλός αόριστος
convoqué
παθητική μετοχή
convocado
Παραδείγματα
Convocaron a los empleados para una capacitación.
Συγκάλεσαν τους υπαλλήλους για μια συνεδρία εκπαίδευσης.



























