convocar
Pronunciation
/kˌɔmbokˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "convocar"στα ισπανικά

convocar
01

συγκαλώ

llamar a varias personas para una reunión o evento
convocar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
convocó
γ΄ ενικό πρόσωπο
convoca
ενεστώτα μετοχή
convocando
απλός αόριστος
convoqué
παθητική μετοχή
convocado
Παραδείγματα
La empresa convocó a los candidatos para entrevistas.
Η εταιρεία προσκάλεσε τους υποψήφιους για συνεντεύξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store