Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
participativo
01
συμμετοχικός, που συνεπάγεται ενεργό συμμετοχή
que implica la participación activa de las personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más participativo
συγκριτικός βαθμός
más participativo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
participativo
αρσενικό πληθυντικό
participativos
θηλυκό ενικό
participativa
θηλυκό πληθυντικό
participativas
Παραδείγματα
El taller fue muy participativo y dinámico.
Το εργαστήριο ήταν πολύ συμμετοχικό και δυναμικό.



























