Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cuestión
01
ζήτημα, πρόβλημα
tema o asunto que se debate o se considera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cuestiones
Παραδείγματα
La cuestión principal es el presupuesto.
Το κύριο ζήτημα είναι ο προϋπολογισμός.
LanGeek



























