Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El crecimiento
[gender: masculine]
01
ανάπτυξη
aumento o desarrollo en tamaño o cantidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
crecimientos
Παραδείγματα
El crecimiento del mercado tecnológico es notable.
Η ανάπτυξη της τεχνολογικής αγοράς είναι αξιοσημείωτη.



























