Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maximizar
01
μεγιστοποιώ
hacer que algo sea lo más grande o efectivo posible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
maximizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
maximiza
ενεστώτα μετοχή
maximizando
απλός αόριστος
maximicé
παθητική μετοχή
maximizado
Παραδείγματα
Quieren maximizar las ganancias este año.
Θέλουν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη φέτος.



























