Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La energía renovable
[gender: feminine]
01
ανανεώσιμη ενέργεια, βιώσιμη ενέργεια
energía que se obtiene de fuentes naturales que no se agotan
Παραδείγματα
La energía renovable es cada vez más económica.
Η ανανεώσιμη ενέργεια γίνεται όλο και πιο οικονομική.



























