la comercialización
co
ko
κο
mer
meɾ
μερ
cia
θja
θγα
li
li
λι
za
θa
θα
ción
θjon
θγον

Ορισμός και σημασία του "comercialización"στα ισπανικά

La comercialización
01

εμπορευματοποίηση

proceso de poner productos o servicios en el mercado para venderlos 
la comercialización definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La comercialización de productos nuevos es esencial para la empresa. 

Η εμπορευματοποίηση νέων προϊόντων είναι απαραίτητη για την εταιρεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store