Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
promover
01
προωθώ, ενισχύω
hacer que algo mejore o avance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
promuevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
promueve
ενεστώτα μετοχή
promoviendo
απλός αόριστος
promoví
παθητική μετοχή
promovido
Παραδείγματα
La empresa quiere promover la salud laboral.
Η εταιρεία θέλει να προωθήσει την υγεία στον χώρο εργασίας.
02
προάγω, προβιβάζω
ascender a una persona a un puesto o categoría superior
Παραδείγματα
Decidieron promoverlo a jefe de equipo.
Αποφάσισαν να τον προάγουν σε αρχηγό ομάδας.



























