promover
pro
pɾo
pro
mo
mo
mo
ver
ˈβeɾ
ber
amanecerposponerentenderconceder

Ορισμός και σημασία του "promover"στα ισπανικά

promover
01

προωθώ, ενισχύω

hacer que algo mejore o avance 
promover definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
promuevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
promueve
ενεστώτα μετοχή
promoviendo
απλός αόριστος
promoví
παθητική μετοχή
promovido
Παραδείγματα
La empresa quiere promover la salud laboral. 

Η εταιρεία θέλει να προωθήσει την υγεία στον χώρο εργασίας.

02

προάγω, προβιβάζω

ascender a una persona a un puesto o categoría superior 
Παραδείγματα
Decidieron promoverlo a jefe de equipo. 

Αποφάσισαν να τον προάγουν σε αρχηγό ομάδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store