Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La aportación
[gender: feminine]
01
συνεισφορά, εισφορά
cantidad o cosa que se da para ayudar o colaborar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aportaciones
Παραδείγματα
Hicieron una aportación para reparar la escuela.
Έκαναν μια συνεισφορά για την επισκευή του σχολείου.



























