Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La aportación
01
συνεισφορά, εισφορά
cantidad o cosa que se da para ayudar o colaborar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aportaciones
Παραδείγματα
Hizo una aportación económica para el proyecto.
Έκανε μια οικονομική συνεισφορά για το έργο.



























