la aportación
a
a
a
por
poɾ
por
ta
ta
ta
ción
ˈθjon
thyon
apuntación

Ορισμός και σημασία του "aportación"στα ισπανικά

La aportación
01

συνεισφορά, εισφορά

cantidad o cosa que se da para ayudar o colaborar 
la aportación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aportaciones
Παραδείγματα
Hizo una aportación económica para el proyecto. 

Έκανε μια οικονομική συνεισφορά για το έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store