Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El accionista
01
μέτοχος, κάτοχος μετοχών
persona que posee acciones de una empresa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accionistas
Παραδείγματα
El accionista votó en la junta general.
Ο μέτοχος ψήφισε στη γενική συνέλευση.



























