anual
an
ˈan
αν
ual
wal
ουαλ
natalvocalfinalcanal

Ορισμός και σημασία του "anual"στα ισπανικά

01

ετήσιος

que ocurre una vez cada año 
anual definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
anual
αρσενικό πληθυντικό
anuales
θηλυκό ενικό
anual
θηλυκό πληθυντικό
anuales
θεματικό πεδίο
temporalidad, eventos, periodicidad
Παραδείγματα
La reunión anual será en junio. 

Η ετήσια συνάντηση θα είναι τον Ιούνιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store