el asesor
a
a
a
se
se
se
sor
ˈsoɾ
sor
doctorcastorsectorcensor

Ορισμός και σημασία του "asesor"στα ισπανικά

01

σύμβουλος, παρατηρητής

persona que da consejos profesionales o técnicos 
el asesor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
asesores
αρσενικό ενικό
asesor
θηλυκό ενικό
asesora
neutral form
consultor
Παραδείγματα
El asesor financiero me ayudó con mis inversiones. 

Ο οικονομικός σύμβουλος με βοήθησε με τις επενδύσεις μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store