Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El siniestro
01
ασφαλιστικό συμβάν, ατύχημα
evento que causa daño o accidente, especialmente en seguros
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
siniestros
Παραδείγματα
El siniestro ocurrió en la carretera principal.
Το ατύχημα συνέβη στον κύριο δρόμο.



























