Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fallo
01
ελάττωμα, λάθος
error o defecto que causa un problema
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fallos
Παραδείγματα
El fallo en la máquina causó el retraso.
Η βλάβη στο μηχάνημα προκάλεσε την καθυστέρηση.
02
απόφαση, κρίση
la decisión o resolución final emitida por un juez o tribunal sobre un caso
Παραδείγματα
El fallo del juez fue a favor del demandante.
Η απόφαση του δικαστή ήταν υπέρ του ενάγοντος.



























