Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fallo
01
ελάττωμα, λάθος
error o defecto que causa un problema
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fallos
Παραδείγματα
El fallo de la computadora provocó la pérdida de datos.
Η βλάβη του υπολογιστή προκάλεσε την απώλεια δεδομένων.
02
απόφαση, κρίση
la decisión o resolución final emitida por un juez o tribunal sobre un caso
Παραδείγματα
El fallo está sujeto a apelación.
Η απόφαση υπόκειται σε έφεση.



























