Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desembarcar
[past form: desembarqué][present form: desembarco]
01
αποβιβάζομαι
salir de un barco, avión u otro medio de transporte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
desembarco
γ΄ ενικό πρόσωπο
desembarca
ενεστώτα μετοχή
desembarcando
απλός αόριστος
desembarqué
παθητική μετοχή
desembarcado
Παραδείγματα
El personal ayudó a los pasajeros a desembarcar con seguridad.
Το προσωπικό βοήθησε τους επιβάτες να αποβιβαστούν με ασφάλεια.



























