Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ferroviario
01
σιδηροδρομικός
relacionado con los trenes o el sistema de trenes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ferroviario
αρσενικό πληθυντικό
ferroviarios
θηλυκό ενικό
ferroviaria
θηλυκό πληθυντικό
ferroviarias
Παραδείγματα
El servicio ferroviario ha mejorado en los últimos años.
Η σιδηροδρομική υπηρεσία έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια.



























