Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retrasado
01
καθυστερημένος, αργοπορημένος
que llega o sucede más tarde de lo previsto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más retrasado
συγκριτικός βαθμός
más retrasado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
retrasado
αρσενικό πληθυντικό
retrasados
θηλυκό ενικό
retrasada
θηλυκό πληθυντικό
retrasadas
Παραδείγματα
Su respuesta fue retrasada porque estaba ocupado.
Η απάντησή του καθυστέρησε επειδή ήταν απασχολημένος.



























