Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regatear
01
παζαρεύω, διαπραγματεύομαι την τιμή
negociar el precio para pagar menos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
regateo
γ΄ ενικό πρόσωπο
regatea
ενεστώτα μετοχή
regateando
απλός αόριστος
regateé
παθητική μετοχή
regateado
Παραδείγματα
En el mercado, los turistas suelen regatear mucho.
Στην αγορά, οι τουρίστες συνήθως παζαρεύουν πολύ.
02
ντριμπλάρω, ξεπερνώ με ντρίμπλα
superar a un oponente moviendo el balón con habilidad
Παραδείγματα
En el fútbol sala, se regatea mucho en espacios muy pequeños.
Στο futsal, γίνεται πολύ ντρίμπλα σε πολύ στενούς χώρους.



























