el porcentaje
por
poɾ
πορ
cen
θen
θεν
ta
ˈta
τα
je
xe
χε
maquillajepatrullajeaterrizajereciclaje

Ορισμός και σημασία του "porcentaje"στα ισπανικά

01

ποσοστό

parte proporcional que se expresa como una fracción de cien 
el porcentaje definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
porcentajes
Παραδείγματα
Un alto porcentaje de la población vive en ciudades. 

Ένα υψηλό ποσοστό του πληθυσμού ζει σε πόλεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store