Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perdonar
01
συγχωρώ
dejar de sentir enojo o resentimiento hacia alguien que hizo daño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
perdono
γ΄ ενικό πρόσωπο
perdona
ενεστώτα μετοχή
perdonando
απλός αόριστος
perdoné
παθητική μετοχή
perdonado
Παραδείγματα
Es difícil perdonar a quien te ha lastimado.
Είναι δύσκολο να συγχωρήσεις κάποιον που σε πλήγωσε.



























