la suposición
Pronunciation
/sˌuposiθjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "suposición"στα ισπανικά

La suposición
01

υπόθεση, εικασία

idea o juicio que se forma sin tener pruebas claras
la suposición definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
suposiciones
Παραδείγματα
La suposición general es que la reunión será cancelada.
Η γενική υπόθεση είναι ότι η συνάντηση θα ακυρωθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store