Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La suposición
01
υπόθεση, εικασία
idea o juicio que se forma sin tener pruebas claras
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
suposiciones
Παραδείγματα
La suposición general es que la reunión será cancelada.
Η γενική υπόθεση είναι ότι η συνάντηση θα ακυρωθεί.



























