Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El veredicto
01
ετυμηγορία
decisión que toma un jurado o juez sobre un caso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
veredictos
Παραδείγματα
El veredicto puso fin al largo proceso judicial.
Η ετυμηγορία έβαλε τέλος στη μακρά δικαστική διαδικασία.



























