el acoso
a
a
a
co
ˈko
ko
so
so
so
acuosoacasoañoso

Ορισμός και σημασία του "acoso"στα ισπανικά

01

παρενόχληση, δίωξη

acción de molestar o perseguir a alguien constantemente 
el acoso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El acoso en el trabajo es un problema serio. 

Ο εκφοβισμός στην εργασία είναι ένα σοβαρό πρόβλημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store