Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
averiguar
[past form: averigüé][present form: averiguo]
01
ανακαλύπτω, μαθαίνω
descubrir o conocer algo que no se sabe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
averiguo
γ΄ ενικό πρόσωπο
averigua
ενεστώτα μετοχή
averiguando
απλός αόριστος
averigüé
παθητική μετοχή
averiguado
Παραδείγματα
Mi hermano averiguó los resultados del examen.
Ο αδερφός μου έμαθε τα αποτελέσματα της εξέτασης.



























