Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La documentación
01
τεκμηρίωση, έγγραφα
conjunto de papeles o documentos que sirven como prueba o información
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
documentaciones
Παραδείγματα
Esta documentación es imprescindible para el proceso legal.
Αυτή η τεκμηρίωση είναι απαραίτητη για τη νομική διαδικασία.



























