Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La documentación
01
τεκμηρίωση, έγγραφα
conjunto de papeles o documentos que sirven como prueba o información
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
documentaciones
Παραδείγματα
¿Has revisado toda la documentación antes de firmar?
Έχεις ελέγξει όλη την τεκμηρίωση πριν υπογράψεις ;



























