el delito
de
de
ντε
li
ˈli
λι
to
to
το
patitogatitobajitobonito

Ορισμός και σημασία του "delito"στα ισπανικά

01

έγκλημα, παράπτωμα

acción ilegal que es castigada por la ley 
el delito definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
delitos
Παραδείγματα
El delito fue cometido durante la noche. 

Το έγκλημα διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store