Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impactante
01
συγκλονιστικός, εντυπωσιακός
que causa una fuerte impresión o llama mucho la atención
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más impactante
συγκριτικός βαθμός
más impactante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impactante
αρσενικό πληθυντικό
impactantes
θηλυκό ενικό
impactante
θηλυκό πληθυντικό
impactantes
Παραδείγματα
La película fue muy impactante y emocionante.
Η ταινία ήταν πολύ εντυπωσιακή και συναρπαστική.



























