Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impactante
01
συγκλονιστικός, εντυπωσιακός
que causa una fuerte impresión o llama mucho la atención
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más impactante
συγκριτικός βαθμός
más impactante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impactante
αρσενικό πληθυντικό
impactantes
θηλυκό ενικό
impactante
θηλυκό πληθυντικό
impactantes
Παραδείγματα
La portada del libro es muy impactante.
Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι πολύ εντυπωσιακό.



























