Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La imaginación
[gender: feminine]
01
φαντασία
capacidad para crear imágenes o ideas en la mente
Παραδείγματα
La imaginación no tiene límites.
Η φαντασία δεν έχει όρια.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φαντασία