sonoro
so
so
so
no
ˈno
no
ro
ɾo
ro
inodoroclorotoroloro

Ορισμός και σημασία του "sonoro"στα ισπανικά

01

ηχητικός, ηχοπαραγωγός

que tiene relación con el sonido o que produce sonido 
sonoro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sonoro
αρσενικό πληθυντικό
sonoros
θηλυκό ενικό
sonora
θηλυκό πληθυντικό
sonoras
θεματικό πεδίο
sonido, física, arte
Παραδείγματα
El diseño sonoro de la película es muy realista. 

Ο ηχητικός σχεδιασμός της ταινίας είναι πολύ ρεαλιστικός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store