Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sonoro
01
ηχητικός, ηχοπαραγωγός
que tiene relación con el sonido o que produce sonido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sonoro
αρσενικό πληθυντικό
sonoros
θηλυκό ενικό
sonora
θηλυκό πληθυντικό
sonoras
Παραδείγματα
Las ondas sonoras viajan por el aire hasta nuestros oídos.
Τα ηχητικά κύματα ταξιδεύουν μέσω του αέρα στα αυτιά μας.



























