Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El telespectador
01
τηλεθεατής, τηλεθεάτρια
persona que mira programas o emisiones de televisión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
telespectadores
αρσενικό ενικό
telespectador
θηλυκό ενικό
telespectadora
neutral form
espectador
Παραδείγματα
El telespectador disfrutó mucho el programa de anoche.
Ο τηλεθεατής απολάμβανε πολύ το πρόγραμμα της χθες βράδυ.
LanGeek



























