Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ahorrar
01
οικονομώ
guardar o reservar dinero, tiempo o recursos para usarlos después
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ahorro
γ΄ ενικό πρόσωπο
ahorra
ενεστώτα μετοχή
ahorrando
απλός αόριστος
ahorré
παθητική μετοχή
ahorrado
Παραδείγματα
Quiero ahorrar dinero para comprar una casa.
Θέλω να αποταμιεύσω χρήματα για να αγοράσω ένα σπίτι.
02
προστατεύω τον εαυτό μου, αποφεύγω τη ζημιά
protegerse o evitar daño a uno mismo
Παραδείγματα
Corrió para ahorrarse el peligro.
Έτρεξε για να γλιτώσει τον εαυτό του από τον κίνδυνο.



























