ahorrar
a
a
a
ho
o
o
rrar
ˈrar
rar
ahorcar

Ορισμός και σημασία του "ahorrar"στα ισπανικά

ahorrar
01

οικονομώ

guardar o reservar dinero, tiempo o recursos para usarlos después 
ahorrar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ahorro
γ΄ ενικό πρόσωπο
ahorra
ενεστώτα μετοχή
ahorrando
απλός αόριστος
ahorré
παθητική μετοχή
ahorrado
Παραδείγματα
Quiero ahorrar dinero para comprar una casa. 

Θέλω να αποταμιεύσω χρήματα για να αγοράσω ένα σπίτι.

02

προστατεύω τον εαυτό μου, αποφεύγω τη ζημιά

protegerse o evitar daño a uno mismo 
Παραδείγματα
Corrió para ahorrarse el peligro. 

Έτρεξε για να γλιτώσει τον εαυτό του από τον κίνδυνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store