la andadura
Pronunciation
/ˌandaðˈuɾa/

Ορισμός και σημασία του "andadura"στα ισπανικά

01

δρόμος, διαδρομή

camino o recorrido que alguien o algo realiza
la andadura definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
andaduras
Παραδείγματα
La andadura del tren pasa por varios pueblos.
Η διαδρομή του τρένου περνά από διάφορα χωριά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store