Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La andadura
01
δρόμος, διαδρομή
camino o recorrido que alguien o algo realiza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
andaduras
Παραδείγματα
La andadura del río es larga y sinuosa.
Η πορεία του ποταμού είναι μακριά και ελικοειδής.



























