Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El foco
01
εστία, εστιακό σημείο
punto donde convergen los rayos de luz para formar una imagen clara
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
focos
Παραδείγματα
El foco está desenfocado en esta imagen.
Η εστίαση είναι θολή σε αυτήν την εικόνα.



























