Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
especializar
01
ειδικεύομαι
aprender y enfocarse en un área específica del conocimiento o profesión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
especializo
γ΄ ενικό πρόσωπο
especializa
ενεστώτα μετοχή
especializando
απλός αόριστος
me especialicé
παθητική μετοχή
especializado
Παραδείγματα
Ella se especializó en medicina pediátrica.
Ειδικεύτηκε στην παιδιατρική ιατρική.



























