Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
especializar
[past form: me especialicé][present form: me especializo]
01
ειδικεύομαι
aprender y enfocarse en un área específica del conocimiento o profesión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
especializo
γ΄ ενικό πρόσωπο
especializa
ενεστώτα μετοχή
especializando
απλός αόριστος
me especialicé
παθητική μετοχή
especializado
Παραδείγματα
Ella se especializa en la enseñanza de idiomas.
Εκείνη ειδικεύεται στη διδασκαλία γλωσσών.



























