Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El corresponsal
01
ανταποκριτής, ειδικός ανταποκριτής
periodista que envía noticias o reportajes desde un lugar distinto al medio para el que trabaja
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
corresponsales
αρσενικό ενικό
corresponsal
θηλυκό ενικό
corresponsal
Παραδείγματα
El corresponsal informó desde la zona de conflicto.
LanGeek



























