Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El periodismo
01
δημοσιογραφία
actividad de recopilar, analizar y difundir información en medios de comunicación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Estudia periodismo en la universidad.
Σπουδάζει δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο.
LanGeek



























