Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
de éxito
01
επιτυχημένος, καλοσυνταγμένος
que tiene éxito o logra buenos resultados
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más de éxito
συγκριτικός βαθμός
más de éxito
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
de éxito
αρσενικό πληθυντικό
de éxito
θηλυκό ενικό
de éxito
θηλυκό πληθυντικό
de éxito
Παραδείγματα
Su película fue un estreno de éxito en la taquilla.
Η ταινία του ήταν μια επιτυχημένη κυκλοφορία στο box office.



























