de éxito
de
de
de
éxito
eksito
eksito

Ορισμός και σημασία του "de éxito"στα ισπανικά

01

επιτυχημένος, καλοσυνταγμένος

que tiene éxito o logra buenos resultados 
de éxito definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más de éxito
συγκριτικός βαθμός
más de éxito
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
de éxito
αρσενικό πληθυντικό
de éxito
θηλυκό ενικό
de éxito
θηλυκό πληθυντικό
de éxito
Παραδείγματα
Tuvieron una campaña de éxito en las redes sociales. 

Διεξήγαγαν μια επιτυχημένη καμπάνια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store