Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El medio de comunicación
01
μέσο επικοινωνίας
herramienta o método para transmitir información o mensajes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
medios de comunicación
Παραδείγματα
El correo electrónico es un medio de comunicación rápido.
Το email είναι ένα γρήγορο μέσο επικοινωνίας.



























