Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el medio de comunicación
/mˈeðjo ðe kˌomunˌikaθjˈɔn/
El medio de comunicación
01
μέσο επικοινωνίας
herramienta o método para transmitir información o mensajes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
medios de comunicación
Παραδείγματα
La radio ha sido un medio de comunicación tradicional durante décadas.
Το ραδιόφωνο ήταν ένα παραδοσιακό μέσο επικοινωνίας για δεκαετίες.



























