Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atacar
01
επιτίθεμαι
empezar una acción violenta contra alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ataco
γ΄ ενικό πρόσωπο
ataca
ενεστώτα μετοχή
atacando
απλός αόριστος
ataqué
παθητική μετοχή
atacado
Παραδείγματα
El ejército decidió atacar al enemigo al amanecer.
Ο στρατός αποφάσισε να επιτεθεί στον εχθρό την αυγή.
02
επιτίθεμαι
realizar acciones ofensivas para intentar marcar un gol o superar la defensa rival
Παραδείγματα
El equipo atacó desde el primer minuto del partido.
Η ομάδα επιτέθηκε από το πρώτο λεπτό του αγώνα.



























