Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atacar
[past form: ataqué][present form: ataco]
01
επιτίθεμαι
empezar una acción violenta contra alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ataco
γ΄ ενικό πρόσωπο
ataca
ενεστώτα μετοχή
atacando
απλός αόριστος
ataqué
παθητική μετοχή
atacado
Παραδείγματα
Los piratas atacaron el barco durante la noche.
Οι πειρατές επιτέθηκαν στο πλοίο κατά τη διάρκεια της νύχτας.
02
επιτίθεμαι
realizar acciones ofensivas para intentar marcar un gol o superar la defensa rival
Παραδείγματα
El equipo atacó después de recuperar el balón.
Η ομάδα επιτέθηκε μετά την ανάκτηση της μπάλας.



























