atacar
a
a
a
ta
ta
ta
car
ˈkaɾ
kar
atracar

Ορισμός και σημασία του "atacar"στα ισπανικά

atacar
01

επιτίθεμαι

empezar una acción violenta contra alguien o algo 
atacar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ataco
γ΄ ενικό πρόσωπο
ataca
ενεστώτα μετοχή
atacando
απλός αόριστος
ataqué
παθητική μετοχή
atacado
Παραδείγματα
El ejército decidió atacar al enemigo al amanecer. 

Ο στρατός αποφάσισε να επιτεθεί στον εχθρό την αυγή.

02

επιτίθεμαι

realizar acciones ofensivas para intentar marcar un gol o superar la defensa rival 
atacar definition and meaning
Παραδείγματα
El equipo atacó desde el primer minuto del partido. 

Η ομάδα επιτέθηκε από το πρώτο λεπτό του αγώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store