Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eliminar
[past form: eliminé][present form: elimino]
01
αφαιρώ
quitar o borrar algo para que desaparezca
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
elimino
γ΄ ενικό πρόσωπο
elimina
ενεστώτα μετοχή
eliminando
απλός αόριστος
eliminé
παθητική μετοχή
eliminado
Παραδείγματα
Eliminar errores mejora la calidad del trabajo.
Η εξάλειψη των λαθών βελτιώνει την ποιότητα της εργασίας.
02
εξαλείφω
eliminatedejar fuera a un jugador o equipo de una competencia
Παραδείγματα
El club local fue eliminado tras perder por penales.
Η τοπική ομάδα αποκλείστηκε μετά την ήττα στα πέναλτι.



























