Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entregar
[past form: entregué][present form: entrego]
01
παραδίδω
dar algo a una persona o lugar que lo espera
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
entrego
γ΄ ενικό πρόσωπο
entrega
ενεστώτα μετοχή
entregando
απλός αόριστος
entregué
παθητική μετοχή
entregado
Παραδείγματα
El banco entregará el préstamo la próxima semana.
Η τράπεζα θα παραδώσει το δάνειο την επόμενη εβδομάδα.



























