Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anunciar
01
ανακοινώνω
decir o comunicar algo públicamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
anuncio
γ΄ ενικό πρόσωπο
anuncia
ενεστώτα μετοχή
anunciando
απλός αόριστος
anuncié
παθητική μετοχή
anunciado
Παραδείγματα
El gobierno anunció nuevas medidas económicas.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέα οικονομικά μέτρα.
02
ανακοινώνω, προωθώ
dar a conocer un producto, servicio o evento al público para promoverlo
Παραδείγματα
La empresa anunció su nuevo teléfono en televisión.
Η εταιρεία ανακοίνωσε το νέο τηλέφωνό της στην τηλεόραση.
03
ανακοινώνω
indicar o mostrar que algo va a suceder pronto
Παραδείγματα
Las nubes oscuras anuncian una tormenta.
Οι σκοτεινές σύννεφα ανακοινώνουν μια καταιγίδα.



























