el oficial
o
o
ο
fic
ˈfiθ
φιθ
ial
jal
γαλ
radicalgeneralmundialmineral

Ορισμός και σημασία του "oficial"στα ισπανικά

01

αξιωματικός

una persona con autoridad y rango en una organización, especialmente en las fuerzas armadas 
el oficial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oficiales
αρσενικό ενικό
oficial
θηλυκό ενικό
oficial
Παραδείγματα
El oficial de policía detuvo el auto. 

Ο αξιωματικός της αστυνομίας σταμάτησε το αυτοκίνητο.

02

miembro de la tripulación de un buque que ocupa un cargo de mando y ayuda al capitán en la navegación y las operaciones de a bordo 

Παραδείγματα
El oficial supervisó la maniobra de atraque. 
01

επίσημος, εγκεκριμένος

que tiene carácter reconocido y aprobado por una autoridad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
oficial
αρσενικό πληθυντικό
oficiales
θηλυκό ενικό
oficial
θηλυκό πληθυντικό
oficiales
θεματικό πεδίο
autoridad, documentación, reconocimiento
Παραδείγματα
Este es el documento oficial. 

Αυτό είναι το επίσημο έγγραφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store