Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
telefónico
01
τηλεφωνικός, σχετικός με το τηλέφωνο
relacionado con el teléfono o la comunicación por teléfono
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
telefónico
αρσενικό πληθυντικό
telefónicos
θηλυκό ενικό
telefónica
θηλυκό πληθυντικό
telefónicas
Παραδείγματα
La comunicación telefónica es esencial en el hospital.
Η τηλεφωνική επικοινωνία είναι απαραίτητη στο νοσοκομείο.



























