telefónico
te
te
te
lefó
ˈlefo
lefo
ni
ni
ni
co
ko
ko
teleférico

Ορισμός και σημασία του "telefónico"στα ισπανικά

telefónico
01

τηλεφωνικός, σχετικός με το τηλέφωνο

relacionado con el teléfono o la comunicación por teléfono 
telefónico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
telefónico
αρσενικό πληθυντικό
telefónicos
θηλυκό ενικό
telefónica
θηλυκό πληθυντικό
telefónicas
Παραδείγματα
Tuve una conversación telefónica con el doctor. 

Είχα μια τηλεφωνική συνομιλία με τον γιατρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store